ΝΙΚΟΛΑ ΛΕΓΑΝΕ ΤΟ ΣΚΥΛΟ ΜΟΥ

ΜΕ ΤΟ ΝΙΚΟΛΑ ΣΤΑ ΔΕΚΑΞΙ ΜΟΥ...

-Είστε έτοιμες; Ξεκινάμε! Είπε αποφασιστικά ο Μαυροσκούφης κι έβαλε μπροστά τη σακαράκα.

Το τρακτέρ ήταν ανοιχτό, χωρίς κουβούκλιο. Θα τρώγαμε γερό κρύο Δεκέμβρη καιρό, μέχρι να φτάσουμε στον κάμπο στις όχθες του Έβρου.

-Κορίτσια, τυλίξτε καλά τα κασκόλ σας, κουκουλωθείτε!  Ο αέρας ξυρίζει!

-Εντάξει, θεία, καλά είμαστε, μη στενοχωριέσαι!

-Εσύ, κορίτσι μου, σταμάτα πια το κλάμα. Πρήστηκαν τα μάτια σου.

Απ΄ το χτεσινό μεσημέρι που είχα γυρίσει από το σχολείο, έκλαιγα ασταμάτητα  με μικρά διαλείμματα. Κόπαζε για λίγο η ταραχή μου , αλλά, χωρίς να το προσπαθώ, ερχόταν πάλι ο λυγμός στο λαιμό κι η τρικυμία στην ψυχή.

Καθώς διασχίζαμε τη συνοικία τρεις άνθρωποι πάνω στο τρακτέρ με κατεύθυνση τον κάμπο της Ορεστιάδας, έριχνα κλεφτές ματιές στην πλατφόρμα κι αμέσως τα μάτια θόλωναν από τα δάκρυα. Με πονούσαν πια έντονα.

Τον είχαμε σκεπάσει  μ΄ ένα παλιό σεντόνι, να μη φαίνεται, αλλά ήταν εκεί, τεντωμένος και κατεψυγμένος απ΄την παγωνιά του Δεκέμβρη. Το άψυχο σώμα θύμιζε συνέχεια την απώλεια. Ο θάνατος του καλύτερου φίλου μου ήταν γεγονός. Θα το αποδεχόμουν πολύ δύσκολα.

Είχαμε μεγαλώσει μαζί. Ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών όταν ήρθε σπίτι. Δώδεκα χρόνια δεν είναι λίγα όταν είσαι μόνο δεκαεφτά. Τόσα παιχνίδια, τόσες βόλτες, τόσες αγκαλιές, τόση αλληλοεκτίμηση, εμπιστοσύνη κι αγάπη!

Οι χαρές της οικογένειας, οι τραγικές στιγμές της οικογένειας, όλα γίνονταν πιο εύπεπτα  για μένα, γιατί τα μιραζόμουν με το Νικόλα.

Σ΄εκείνον κατέφευγα όλα τα χρόνια της εφηβείας. Με άκουγε, με καταλάβαινε , με «διάβαζε» και μετά  έπαιρνε ανάλογο ύφος… Το βλέμμα του διαπερνούσε το δικό μου.  Κατέληγα πάντα στο ίδιο παίνεμα.

-Νικόλα, ο κόσμος είναι απαίσιος, με κάνει να υποφέρω. Εσύ όμως, είσαι πάντα καλός φίλος.

 Είχαμε τέλεια επικοινωνία. Ποτέ δεν με διέκοπτε, ήξερε να ακούει γέλια, παράπονα, γκρίνια, κλάματα.

Και να ήθελε, δεν ήταν σε θέση να μιλήσει. Όλα τα έλεγε μ΄ εκείνο το  βαθύ, υπέροχο, εκφραστικό βλέμμα

Αν μπορούσε να μιλήσει, τι θα έλεγε άραγε; Στο μυαλό μου είχα φτιάξει τις απαντησεις. Ήμουν σίγουρη πώς ήξερα τι θα έλεγε. Εφηβικοί ρομαντισμοί.

 Την ψυχοθεραπευτική συνάντηση διέκοπτε η μητέρα μου.

- Έλα να φας, κρύωσε το φαγητό σου. Άσ΄τον κι αυτόν τον φουκαρά να ηρεμήσει. Σήμερα ταλαιπωρήθηκε πολύ, ο μπαμπάς  έφερε το γιατρό.

-Ήρθε ο Παλλίδης; Τι είπε; Γιατί τον φέρατε;

-Για να του κανει ένεση. Να γίνει καλά ή... να τελειώνει πια.

Όταν μου έλεγε τέτοια, θύμωνα πολύ και κολλούσα κοντά του. Τον χάιδευα, του έσφιγγα  το κεφάλι μέσα στον κόρφο μου μήπως και του πάρω την αρρώστια.

 Μια επώδυνη εκφυλιστική αρρώστια στο μυοσκελετικό του τον είχε καθηλώσει  τους τελευταίους τρεις μήνες. Τον είχαμε πάνω σε καθαρά στρωσίδια κι εγώ έκανα τη νοσοκόμα.

 Πριν φύγω για το σχολείο περνούσα να τον χαιρετήσω στα βιαστικά. Ο φόβος ότι θα τον αντικρύσω άψυχο ήταν συνεχής τον τελευταίο καιρό. Έτρωγε κάθε μέρα και λιγότερο. Όλα έδειχναν το τέλος.

Έδινα απανωτές οδηγίες στη μάνα μου τι να κάνει μέχρι να γυρίσω.

-Να τον σκεπάζεις, να τον βλέπεις κάθε μισή ώρα, μην ξεχαστείς, εντάξει; Δοκίμασε τον πάλι μήπως φάει λίγη κοτόσουπα. Να του χαϊδεύεις το μέτωπο, να τρίβεις την πλάτη του, να τον γυρνάς να ξεμουδιάζει, να…

-Σήκω, φύγε! Φτάνει πια! Ξέρω τι να κάνω!

Αγανακτούσε η γυναίκα, τη ζάλιζα, ενώ είχε τόση δουλειά με το μπακάλικο. Εγώ πάλι έχανα πολύτιμο χρόνο από το σχολειό μου.

-Άργησες πάλι, εξαφανίσου, με έσκασες, καταλαβαίνεις; Πάλι έχασες την πρώτη ώρα! Φύγε, θα σε κυνηγήσω με τη μασιά, κοτζάμ κοπέλα!

-Δε θα πάω σήμερα, θα μείνω κοντά του. Πεθαίνει… τι με νοιάζει το σχολείο;

- Θα πας και θα χορέψεις, ανόητη!  Δεκέμβρης είναι κι εσύ από το Σεπτέμβρη όλο απουσίες κάνεις. Δεν πεθαίνει έτσι αυτός, γερό σκαρί είναι. Α μα πιααααα!

- Θα πεθάνειιιι,  Νικόλα μουυυυυ, μην πεθάνειιιιιιιις, Νικόλα μουυυυυ, χάνω το Νικόλααααααα! Μαμά, κάνε κάτι!

-Στο κάτω κάτω ζώο είναι, τι να κάνουμε; Να πεθάνουμε κι εμείς;

-Σταμάτααααα! Ο Νικόλας δεν είναι ζώο!  Ο Νικόλας  είναι άνθρωπος κι αν πεθάνει, εγώ θα αυτοκτονήσω.

- Σκάσε, θα σε ακούσει ο κόσμος και θα σε πάρουν για τρελή. Σκυλί είναι, πώς είναι άνθρωπος;

 -Είναι άνθρωπος κι έχει ψυχή. Ο Νικόλας είναι άνθρωπος, έχει ψυχή και θα πάει στον Παράδεισο. Έσυ με την κακία σου στην κόλαση θα πας, ο Νικόλας όμως στον Παράδεισο.

 -Καλά δεν τη γλιτώνεις τη μασιά, παλιοκόριτσο. Στέργιοοοοο, βάλ΄την στο μηχανάκι και πέταξ΄την στο σχολείο, πάλι άργησε. Θα μείνει στάσιμη έτσι που κάνει.

Υπέφερα εγώ, υπέφεραν κι οι γονείς μου με την κατάσταση.

 

 

Ο παππούς μου είχε υιοθετήσει το Νικόλα ως Ντικ. Τον είχε αγοράσει τριών μηνών από εκτροφέα λυκόσκυλων που εφοδίαζε τα φυλάκια κατά μήκος των συνόρων στο τριεθνές στον Έβρο.

Πανηγυρίσαμε στη ζωόφιλη οικογένειά όταν τον υποδεχτήκαμε. Ήταν ένας πανέμορφος, χαρούμενος και παιχνιδιάρικος γερμανικός ποιμενικός. Προικισμένο τετράποδο, πανέξυπνο, δυνατό! Όταν μεγάλωσε πήρε όλη την αρχοντιά αυτής της ράτσας και δέθηκε πολύ με την οικογένεια.

 Ο παππούς τον είχε πάντα μαζί του στις βόλτες του κι οι φίλοι του τον βάφτισαν Νικόλα με τα πειράγματα, γιατί ήταν έξυπνος σαν άνθρωπος και του έπρεπε ανθρώπινο όνομα. Τον έβαζε να κάνει ένα σωρό περίεργα κι όλοι ήταν εντυπωσιασμένοι μαζί του.

«Καλώς το μπαρμπα- Γιάννη και το μπαρμπα-Νικόλα», λέγανε στο καφενείο, όταν κατέφθαναν οι δυο τους.

Στο πατρικό μου μετακόμισε, όταν ήταν εφτά χρονών κι εγώ δώδεκα. Ένα ατύχημα του παππού ανάγκασε τη γιαγιά να μας αναθέσει το ζωντανό.

Θα συνδεόμουν πολύ στενά πια με το Νικόλα, αφού τον ανέλαβα υπό την ευθύνη μου. Όλοι στην οικογένεια τον νιώθαμε μέλος της οικογένειας.  Αυτό το τετράποδο μας έκανε να το σεβόμαστε, όχι μόνο να το αγαπάμε.

Στη Β΄Λυκείου, το 1977, αρχές Δεκέμβρη και κοντά στη γιορτή  του Αγίου Νικολάου ο Νικόλας μας άφησε οριστικά. Ήταν η αναμενόμενη κατάληξη της ασθένειας και της ηλικίας του.

Ήταν μεγάλο το σοκ. Πάντα ο θάνατος με αναστάτωνε.  Μου φαινόταν εντελώς ασύλληπτο το πέρασμα από την κατάσταση της ζωής στην ακινησία του θανάτου. Κρύο πράμα, με πάγωνε πατόκορφα.

 Το θάνατο του Νικόλα τον βίωσα ως την απόλυτη Σταύρωση! 

Το άκρον άωτον της κατάστασης ήταν ότι είχα πείσει τον εαυτό μου πως οι σκύλοι μπορεί να μην έχουν ανθρώπινη λαλιά, αλλά ψυχή σίγουρα έχουν. Ας  έλεγαν το αντίθετο η μάνα μου, ο παπάς κι ο θεολόγος. Εγώ είχα βολέψει στο κεφάλι μου το ζήτημα. Ήθελα  να έχει ψυχή ο Νικόλας και μάλιστα χριστιανική. Είχε δικαίωμα επμένως να ταφεί μ' ένα σταυρό πάνω στο μνήμα του.

 Η επιχείρηση «κάμπος» ήταν προσομοίωση  εξόδιας ακολουθίας . Λίγο προτεσταντικής και λίγο ορθόδοξης.

Νεκροφόρα ήταν το τρακτέρ. Παπάς, ψάλτης, μοιρολογίστρες, βαρυπενθούντες συγγενείς εμείς οι τρεις σε όλους τους ρόλους μαζί. Ο πατέρας, η ξαδέρφη κι εγώ.

 Η παγωνιά δυσκόλευε πολύ την κατάσταση. Αν τότε  μας είχε  ακολουθήσει ένα συνεργείο κινηματογραφικών λήψεων, σήμερα με ελάχιστο μοντάζ θα είχαμε μια σουρεαλιστική ταινία με θέμα τη χριστιανική ταφή ενός λυκόσκυλου.

 Ο πατέρας πάτησε φρένο δίπλα στον Έβρο, όπου βρισκόταν το πιο γόνιμο χωράφι μας. Τροφοδότησε επί χρόνια τόνους παντζάρια το εργοστάσιο Ζάχαρης της Ορεστιάδας μετά το 1975. 

ο Νικόλας  είχε κάνει αμέτρητες φορές το σημερινό δρομολόγιο  τρέχοντας χαρούμενος πίσω από το τρακτέρ μαζί με τον Όσκαρ και τον Έκτορα. Μόνο όταν άρχισε να παρουσιάζει τα συμπτώματα της αρρώστιας  τον μεταφέραμε στην πλατφόρμα του τρακτέρ.

Ανακαλώ τη σκηνή που τον περιορίσαμε στο σπίτι γα να μη τον κουράσουμε και φύγαμε να ποτίσουμε τα παντζάρια.  Βλέποντας τις ετοιμασίες εκδήλωσε τη χαρά του ο Νικόλας!

«Μυρίζει εκδρομούλα σήμερα» έλεγαν οι κινήσεις του! Δυστυχώς μόνο τα μπροστινά του πόδια στέκονταν όρθια. Τα πίσω σέρνονταν άχρηστα και τον έκαναν να μοιάζει με ερπετό.

Παρά τα σαράντα τόσα κιλά του τον σήκωνα κάθε μέρα για να τον βοηθήσω. Με είδε ο πατέρας να παλεύω να τον ανεβάσω στην καρότσα του τρακτέρ και μου χάλασε τα σχέδια.

  -Ο Νικόλας θα μείνει εδώ! Στο χωράφι θα τον πεθάνει η ζέστη. Έχει πολύ ήλιο σήμερα. Κλείσε την αυλόπορτα.

Όπως πάντα, ήταν άσκοπο να επιμείνω, ήταν αγύριστο κεφάλι όταν αποφάσιζε κάτι.Όταν σε δέκα λεπτά πλησιάζαμε το κατηφορικό πέρασμα από τη συνοικία προς τον κάμπο της Ορεστιάδας, αντιληφθήκαμε το Νικόλα να ακολουθεί σε απόσταση πενήντα- εκατό μέτρων μπουσουλώντας σα μωρό. Σκίστηκε η ψυχή μας  με το θέαμα. Το αφοσιωμένο πλάσμα έδινε μάχη να καλύψει την απόσταση με τα δυο μπροστινά του πόδια να σέρνουν όλο το υπόλοιπο σώμα.

-Μπαμπάαααα, ο Νικόλας!

Έκανε απότομο φρενάρισμα ο Κυρ Στέργιος και έδειξε συγκλονισμένος. Δε μίλησε κανένας μας.

Κατέβηκε και τον φόρτωσε στην πλατφόρμα. Τα πίσω πόδια ήταν καταματωμένα, το λαχάνιασμα έντονο απ΄ την υπερπροσπάθεια.

 

Τώρα, αρχές Δεκέμβρη  ο Νικόλας πήγαινε την τελευταία του εκδρομή στον κάμπο του Έβρου. 

Το παγωμένο χώμα ήταν πολύ σκληρό. Ο πατέρας έπιασε τον κασμά, με δυσκολία εσκαβε την τρύπα. Τον έβλεπα που ζοριζόταν, έπιασα το φτυάρι και έβαλα τα δυνατά μου, το ίδιο κι η ξαδέρφη μου. Το κουφάρι χρειαζόταν περίπου ενάμισο μέτρο για να ταφεί.

 Όταν τον βάλαμε μέσα κι έγινε το σκέπασμα με το χώμα, χωρίς να κλείσουν στιγμή οι βρύσες των ματιών μου, έφερα τον ξύλινο σταυρό από την καρότσα. Τον πήρε ο Μαυροσκούφης και με σοβαρότητα τον στερέωσε πάνω στο φρέσκο μνήμα. Σταθήκαμε σιωπηλοί  για λίγα λεπτά. Με παρατηρούσαν με συμπόνια οι άλλοι δυο ώσπου μας έκανε νεύμα ο πατέρας να φύγουμε.

 

  Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν...  ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου (Ψαλ. 135)

Σαράντα χρόνια πέρασαν από τότε.

Ο σταυρός του Νικόλα έλιωσε, προφανώς και τα κόκκαλά του.

Ο Έβρος  ποταμός υπάρχει πάντα και κυλάει αέναα απ΄τα αρχαία χρόνια ως σήμερα.

Στις όχθες του ποταμού Έβρου, εκεί κάθισα κι έκλαψα.

 Στα νερά του Έβρου κυλλούνε πια τα κύτταρα του Νικόλα.

 Η ψυχή του πήγε στον Παράδεισο.

Ο Άγιος Πέτρος τη δέχτηκε, γιατί έβρισκε  βαρετό τον Παράδεισο χωρίς σκύλους.

Ήταν ο καλύτερος άνθρωπος με μορφή σκύλου που γνώρισα ποτέ.

Εὰν ἐπιλάθωμαί σου, Νικόλα, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου.